ΙΣΤΟΡΙΚΟ

2013-10-08 18:44

 

 

 

"ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ"

Σε απόσταση 90 χιλιομέτρων νοτιοδυτικά της Καισαρείας
και 30 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Νίγδης,
στο κεντρικότερο μέρος του οροπεδίου Μπουντάκ- Οβά
, βρίσκεται η Αξός.
Το χωριό αυτό, σύμφωνα με πολλούς ερευνητές 
ήταν η παλιά κωμόπολη των Σασίμων,
όπου έγινε επίσκοπος ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός.
Οι Αξενοί εκκλησιάζονταν στην πανέμορφη
και φημισμένη εκκλησία της Αγίας Μακρίνας,
η οποία βρισκόταν στον Πάνω Μαχαλά και εγκαινιάστηκε το 1843
από το Μητροπολίτη Ικονίου Νεόφυτο.
Στην εκκλησία αυτή υπάρχουν τα ιερά λείψανα της Αγίας Μακρίνας
και δίπλα σ' αυτά ένα κειμήλιο του Γρηγορίου του Θεολόγου.
Έξω από την εκκλησία υπήρχε ένα βαθύ πηγάδι με αγίασμα.
Στον Κάτω Μαχαλά, ήταν η βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου
και στο Μεσαίο Μαχαλά η αρχαία εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Είχαν επίσης τα παρεκκλήσια της Αναλήψεως,
της Αγίας Αικατερίνης, των Αγίων Αναργύρων,
της Αγίας Παρασκευής και του προφήτη Ηλία.
Εκκλησιαστικά οι Αξενοί ανήκαν στη Μητρόπολη Ικονίου.

Οι Αξενοί ήταν ελληνόφωνοι
και μιλούσαν την ελληνική διάλεκτο της Καππαδοκίας.
Παλιά το χωριό ήταν υπόγειο και λαξευτό,
με ορόφους που έφταναν σε βάθος
8-10 μέτρα από την επιφάνεια της γης.
Όλα τα καρέργια του χωριού επικοινωνούσαν μεταξύ του
ς με ειδικές σήραγγες, για να βρίσκουν διέξοδο σε ώρα ανάγκης
οι κάτοικοι και για να χάνονται οι εισβολείς
αν κατάφερναν να μπουν σε αυτά.
Τα μετέπειτα χρόνια έχτισαν οι Αξενοί
το νέο ανώγειο χωριό τους πάνω από το παλιό.
Τα υπόγεια τα χρησιμοποιούσαν
πλέον για αποθήκες και κρυψώνες.

Οι Αξενοί ασχολούνταν με τη γεωργία,
αλλά ήταν και σπουδαίοι μαγγανατζήγες.
Οι Αξενές ήταν πολύ καλές κατασκευάστριες 
χειροποίητων αγγείων 
και διαχειρίζονταν τη βιοτεχνία «κερχινιών»,
όπως έλεγαν τα πήλινα δοχεία.
Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών,
οι περισσότεροι Αξενοί δημιούργησαν τη Νέα Αξό Γιαννιτσών,
όπου διαπρέπουν, εκτός των άλλων και ως νταλικέρηδες,
οργώνοντας τους εμπορικούς δρόμους με τα φορτηγά τους. 
Οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν στη Θεσσαλονίκη,
στη Δράμα, στον Άβαντα του Έβρου, στη Νεοκαισάρεια των Ιωαννίνων,
στην Αθήνα, στον Πειραιά,
στον Εξαπλάτανο και στην Αριδαία της Αλμωπίας,
στις Μηλιές της Αριδαίας, στη Χρυσή,
στον Πολυπλάτανο, στο Λιποχώρι, 
Μονοφατσίου Ηρακλείου και σε άλλα μέρη της Ελλάδας.

"ΤΟ ΠΙΟ ΑΣΧΗΜΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ"

Κάποιες φορές προσπαθώ να ζήσω με" τη φαντασία μου
όλες εκείνες τις γεμάτες φρίκη στιγμές που έζησαν οι προγονοί μου,
από τους Τούρκους.
Οι καταστροφές που σκόρπισαν στο πέρασμα τους
λεηλατώντας τα πάντα,
οι σφαγές όλων εκείνων που βρέθηκαν στο πέρασμα τους,
έχουν καρφωθεί στη μνήμη μου.
Ένα σφίξιμο στην καρδιά και δάκρυα στα μάτια,
είναι το λιγότερο που θα μπορούσα να αισθανθώ.
ΕΝΑΣ ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΑΝ…….

Θέλοντας να μάθω περισσότερα, σκέφτηκα την γιαγιά μου.
Γεννήθηκε εκεί, αν και μικρή
, σίγουρα θα ήξερε να μου πει την ιστορία που έζησε η ίδια.
Όταν τη ρώτησα, μου είπε πως δεν θυμόταν και πολλά,
αλλά ήξερε ότι της είπαν οι γονείς της, σαν παραμύθι.

``ΗΤΑΝ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΤΟ ΠΙΟ ΑΣΧΗΜΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΙΠΑΝ. 
ΔΕΝ ΘΕΛΗΣΑ ΝΑ ΤΟ ΞΑΝΑΚΟΥΣΩ ΠΟΤΕ΄΄

Αρχίζοντας η γιαγιά την διήγηση τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
Ήταν άδικο, είπε, ήταν ότι πιο απάνθρωπο
έχει γίνει ποτέ στην ιστορία και μόνο με τους ναζί
θα μπορούσε να συγκριθεί σε αγριότητα.
Αυτή είναι η καταγωγή μας παιδί μου,
η ιστορία μας, αυτά που θα σου πω, είμαστε εμείς.
Γι' αυτό θέλω να μου υποσχεθείς, πως όταν μεγαλώσουν τα παιδιά σου
θα ξέρουν από σένα, τι σημαίνει ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ.
Θέλω να μάθουν πως φεύγοντας ένα κομμάτι μας
έμεινε πίσω, στη Αξό μας, την δική μας Αξό.
Η υπόσχεση μου έφερε ένα χαμόγελο
στο θλιμμένο πρόσωπο της γιαγιάς,
μιας γιαγιάς που έζησε την φρίκη.
ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΞΕΧΑΣΤΕΙ…ΨΕΛΛΙΣΕ.
Με τα μάτια καρφωμένα στο κενό ξεκίνησε.

Το χωριό μας λεγόταν ΑΞΟΣ.
H ζωή εκεί δεν ήταν εύκολη, ήταν όμως η ζωή που ξέραμε,
η ζωή που μάθαμε από γενιές να ζούμε.
Εκεί στα βάθη της Μικράς Ασίας δημιουργήσαμε
τις οικογένειες μας με στήριγμα μας μόνο την πίστη μας στην ορθοδοξία
και την εθνική μας υπόσταση.
Οι ασχολίες μας ήταν η γεωργία, το εμπόριο και οι τέχνες.
Ο πυρήνας της κοινωνίας της Καππαδοκίας,
η οικογένεια ήταν συγκροτημένες πατριαρχικά.
Αρχηγός ήταν ο πατέρας.
Έτσι ακριβώς λειτουργούσε η δομή της κοινωνίας στην Καππαδοκία
μέχρι το 1924
,οπου φτάνει η ώρα της ανταλλαγής των πληθυσμών.
Όλα όσα είχαμε όλα όσα καταφέραμε για τα παιδιά μας,
εσβησαν με την αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Σμύρνη
και την σύμβαση της Λοζάνης για υποχρεωτική ανταλλαγή
ελληνικών και μουσουλμανικών πληθυσμών
που ζούσαν στην Ελλάδα και την Τουρκία.
1,500,000 έλληνες αναγκάστηκαν να γίνουν πρόσφυγες
στην ίδια τους την πατρίδα.

Η θηριωδία σε όλο της το μεγαλείο. 
Ο Αμερικανός πρόξενος στην Σμύρνη Γιώργος Χορτον 
έγραψε για ότι συνέβη:
το πιο ισχυρό αίσθημα ντροπής που πήρα μαζί μου
φεύγοντας από την Σμυρνη,
ήταν ένα αίσθημα ντροπής που ανήκω στο ανθρώπινο γένος.

Μέσα σε λίγες μέρες αιώνες πολιτισμού σωριαστήκαν σε ερείπια.
Στην αρχή ένας εμπρησμός προμελετημένος
και οργανωμένος από τους Τούρκους
και ύστερα ο ξεριζωμός.
Πόσα μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος;
Κάηκαν τα πάντα σπίτια, νοσοκομεία, αγορές
μα όταν βλέπαμε να καίνε τις ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ μας
καιγόταν η καρδιά μας.
Μετά μάθαμε πως έπρεπε να φύγουμε
από το μόνη πατρίδα που ξέραμε.
Το νέο ήρθε και δημιούργησε αντίθετα συναισθήματα σε όλους μας.
Χαρά και λύπη μαζί [που θα αφήσουμε τα σπίτια μας;]
[οι εκκλησιές μας τι θα γίνουν;]
και από την άλλη η χαρά της επιστροφής 
στη μητέρα παρτίδα, την Ελλάδα.
Φόβος και ελπίδα [εκεί που θα πάμε τι θα βρούμε;]
[δικοί μας είναι θα μας σταθούν.]
Φτιάξαμε τα δισάκια μας πήραμε τα ιερά σκεύη και τα εικονίσματα
και ξεκινήσαμε με ενδιάμεσους σταθμούς
το Ερεγλι και το Ουλουκισλα
απ' όπου θα μπαίναμε στα πλοία με προορισμό την Ελλάδα.
Πόνος και ταλαιπωρία.
Άντρες, γυναίκες και παιδιά στο μακρύ δρόμο της προσφυγιάς.

Ήρθε η ώρα που μας φόρτωσαν στα βαπόρια σαν ζώα,
ο ένας πάνω στον άλλο. 
Ψείρες, αρρώστιες και πείνα.
Όσοι πέθαιναν τους τύλιγαν σ' ένα σακί
και τους πετούσαν στη θάλασσα.
Παιδιά έμειναν ορφανά.
Αυτά ίσως να ήταν το τίμημα της επιστροφής.
Όταν φτάσαμε στον Πειραιά,
μας κούρεψαν και μας έβαλαν σε άλλα πλοία.
Εδώ τελείωσαν τα βάσανα του ξεριζωμού και άρχισε η διασπορά
και το θέρισμα από την ελονοσία.
Οι ντόπιοι δεν μας ήθελαν, ήμασταν κατώτεροι,
μα ήμασταν μόνο πρόσφυγες, σ' ένα άγνωστο τόπο 
και μ' ένα αβέβαιο μέλλον.
Έτσι χωριστήκαμε και σκορπιστήκαμε
στους τέσσερις ανέμους της Ελλάδας, 
χάθηκαν τα σόγια.
Επιλέξαμε τον τόπο που μας ταίριαζε
και ξεκινήσαμε απ' την αρχή.
Εμείς ξεκινήσαμε για την Μακεδονία.
Όσοι ήρθαμε εδώ ήμασταν από δυο διπλανά χωριά
που λεγόταν ΑΞΟΣ και ΤΡΟΧΟΣ.
Στο καινούριο μας χωριό δώσαμε το όνομα ΑΞΟΣ.

Με τον καιρό δημιουργηθήκαμε,
φτιάξαμε περιουσίες,
αποκτήσαμε τα δικά μας σπίτια και χωράφια,
μα δεν ξεχάσαμε ούτε στιγμή την καταγωγή μας
και τα χωριά μας εκεί στα βάθη της Ανατολίας στην Καππαδοκία.
Προπάντων δεν ξεχάσαμε ούτε για μια στιγμή 
την πίστη μας στο θεό.
Από το θεό και την ορθοδοξία αντλήσαμε δύναμη.
Μια φράση αντηχεί ακόμα στ' αυτιά μου παιδί μου,
ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΖΗΤΙΑΝΟΙ ΕΜΕΙΣ.
Και με τη βοήθεια του θεού τα καταφέραμε
και κρατήσαμε την αξιοπρέπεια μας ψηλά,
γιατί αυτό μας ΑΞΙΖΕΙ.
Να είσαι πάντα περήφανη για την καταγωγή σου
μου είπε τελειώνοντας η γιαγιά.

Σήμερα εμείς 4η γενιά αυτών των ανθρώπων,
ανατριχιάζουμε και δακρύζουμε όταν θυμόμαστε 
τις ατέλειωτες ιστορίες για την πατρίδα 
που μας έλεγαν οι γιαγιάδες μας.
Ιστορίες που είχαν μόνο αρχή, 
κι αν η ζωή τους τελείωσε, 
οι ιστορίες αυτές δεν θα τελειώσουν ποτέ
γιατί εμείς δεν ξεχνάμε ότι είμαστε ΚΑΠΠΑΔΟΚΕΣ!!!